Δευτέρα, 21-ΑΥΓ-2017, 3:57 AM
Welcome Ξωτικό | RSS


Το Ξύπνημα (teaser)

Όλα τα αρρωστημένα πάθη
που θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος,
παρουσιασμένα ωμά και χωρίς αναστολές,
ειδικότερα όταν ξεφεύγει
από την ανθρώπινη υπόσταση
και πλέον ανήκει στην σκοτεινή πλευρά.

Μάριος Καρακατσάνης


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Το συμβάν……………………………….………. 11
2. Αναμνήσεις………………….………………..… 23
3. Η γνωριμία με την Μαρή…………………...… 37
4. Η αναζήτηση………………………..………….. 47
5. Η γνωριμία με τον Μάρκους…………………. 65
6. Η αφήγηση…………………………...…………. 79
7. Το όνειρο……………………………….……...… 103
8. Η επόμενη μέρα…………………………............ 115
9. Η αρχή τού παιχνιδιού………………............... 133
10. Η Συμβουλή τού Μάρκους……………………. 149
11. Υπόθεση Ντόροθυ Ντάουν….……………….. 163
12. Το σπουργίτι……………………………….…… 207
13. Ο θάνατος του βασιλιά………………..……… 229
14. Ο φίλος τού Άλαν..……………………..……… 251
15. Όταν τα άνθη μαραίνονται…………...……… 285
16. Το τέλος τής αθανασίας…..…………...……… 313
17. Η αναζήτηση…………….…..………….……… 331
18. Η καρδιά τού κτήνους……………….………… 349
19. Επίλογος……………………………….………… 383



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
(Το συμβάν)


"Μάθε να ζεις για το σήμερα άλλα να είσαι έτοιμος να μπορείς να πεθάνεις και για το αύριο".
Αυτά τα λόγια βασάνιζαν πολύ καιρό τον σερίφη Μάθιου. Είχαν τρυπώσει στο μυαλό του και δεν έλεγαν να φύγουν. Σαν σφίγγες εγκλωβισμένες σε κουτί, που με το ενοχλητικό τους βουητό ψάχνουν για διέξοδο. Του τα είχε πει ένας άγνωστος την στιγμή που ετοιμαζόταν να αυτοκτονήσει. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι του δεξιά, αριστερά σα να προσπαθούσε να τις διώξει, αλλά μάταια.
Ο σερίφης Μάθιου Γουντ, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ήταν παντρεμένος και είχε 2 παιδιά. Τον 12χρονο Άλαν και την 11χρονη Κέλη. Με την γυναίκα του Μαρή γνωρίστηκαν σ’ ένα μπαρ. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και αμοιβαίος. Από τότε αφιέρωσε ο ένας την ζωή του στον άλλον. Όταν η Μαρή έμεινε έγκυος στο πρώτο τους παιδί ο Μάθιου ζήτησε μετάθεση κάπου πιο ήρεμα. Βλέπετε η πόλη και οι κίνδυνοι που έκρυβε, για κάποιον με το δικό του επάγγελμα δεν ήταν και ότι καλύτερο για έναν νέο πατέρα. Έτσι λοιπόν τον έστειλαν στη μικρή και ήσυχη πόλη Σέρμαν.
Τα χρόνια κυλούσαν ήρεμα. Οι βάρδιές του ήταν βαρετές. Τόσο βαρετές που ούτε βοηθό δεν είχε ζητήσει. Μέχρι εκείνο το καταραμένο βράδυ τού Νοέμβρη που δεν ξέχασε ποτέ. Πώς θα μπορούσε άλλως τε να το διαγράψει από την μνήμη του; Ήταν μια ήσυχη χειμωνιάτικη νύχτα. Ο σερίφης καθόταν νωχελικά με τα πόδια στο γραφείο του όταν χτύπησε ξαφνικά το τηλέφωνο. Τηλεφώνημα ρουτίνας σκέφτηκε. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα του τηλεφωνούσαν γιατί κάποιος μεθυσμένος τραγουδάει ξυπνώντας τούς γείτονες! Αυτή την φορά όμως δεν ήταν έτσι. Η φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ήταν τρομαγμένη και υστερικά τσιριχτή.
-Ελάτε γρήγορα. Ένας άγνωστος στην μέση τού δρόμου κρατάει όπλο και περιφέρεται, άκουσε να του λέει μια γυναικεία φωνή.
-Πού είστε; ρώτησε ο Μάθιου σαστισμένος.
-Ελάτε σας παρακαλώ μην αργείτε... Είναι εδώ... Εδώ, αποκρίθηκε με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα.
-Ηρεμήστε κυρία μου και πείτε μου πού βρίσκεστε...
Είχε πλέον σηκωθεί και είχε αρχίσει να κουμπώνει τον εξοπλισμό στην μέση του.
-Πρέπει να τον σώσετε σερίφη... Δεν θα αντέξει για πολύ... Είναι στην οδό Ντόλφιν...
-Κλειδώστε την πόρτα σας και μην βγείτε για κανέναν λόγο έξω, φτα......., μα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του. Η γραμμή είχε ήδη κλείσει.
Το Σέρμαν, το οποίο πήρε το όνομά του από τον ιδρυτή τής κοινότητας τον Σέρμαν Μπράουν, φημίζετε για τις υπέροχες ζεστές πίτες του, για την ηρεμία του, αλλά και για την φιλοξενία των κατοίκων του. Είναι μια αρκετά απομακρυσμένη πόλη-χωριό τής Αριζόνα λίγο πιο έξω από το Φοίνιξ. Ως τώρα δεν υπήρξε κανένα ιδιαίτερο συμβάν. Για την ακρίβεια η δουλειά τού σερίφη ήταν μια βαρετή και μονότονη εργασία. Μεθυσμένα παιδιά που οδηγούσαν κρυφά το αυτοκίνητο του πατέρα τους, καμιά μικρή φασαρία στο τοπικό μπαρ και αυτό ήταν όλο. Τώρα όμως αυτό το αναπάντεχο τηλεφώνημα ήρθε να ταράξει τα ήρεμα νερά τής μικρής αυτής πόλης. Και πρώτα από όλα ποιος ήταν αυτός ο τρελός που περιφερόταν με το όπλο στα χέρια; Τους ήξερε όλους σαν την παλάμη του. Μπορεί να ήταν σχετικά νέος στην πόλη αλλά δεν είναι τόσο δύσκολο να γνωρίσεις τους κατοίκους της μέσα σ’ έξη χρόνια! Κανείς τους δεν ήταν ικανός για κάτι τέτοιο. Όμως σε λίγο θα έφτανε στο τόπο του εγκλήματος και θα του λύνονταν αμέσως όλες οι απορίες.
Έτσι πίστευε…
Φτάνοντας, το πρώτο πράγμα που του έκανε εντύπωση ήταν η νεκρική σιγή που υπήρχε. Υπερβολικά περίεργη ακόμα και για ένα τέτοιο συμβάν. Η ώρα ήταν 22:17. Ούτε ένας ψίθυρος, ούτε ένας περίεργος πίσω από κάποιο τζάμι να προσπαθεί να δει τι θα γίνει. Έστω το κλάμα κάποιου μωρού! Δεν ήταν πια και τόσο αργά! Και όμως τίποτα. Μια νεκρική σιγή απλωνόταν σε συνδυασμό με το σκοτάδι. Ευτυχώς υπήρχαν κάποια λιγοστά φανάρια που κρεμόντουσαν σε κάτι μικρούς ξεβαμμένους στύλους για να φωτίζουν τον δρόμο. Ο παγωμένος αέρας τα κουνούσε ελαφρά σχηματίζοντας κινούμενες σκιές στους τοίχους των σπιτιών.
Με το χέρι στο όπλο του και πάντα σ’ ετοιμότητα πλησίασε την σκοτεινή φιγούρα που πήγαινε πάνω κάτω με απότομες κοφτές κινήσεις μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικα πράγματα.
Με αργά και σταθερά βήματα πήγε ακόμα πιο κοντά ενώ τα χείλη του τρεμόπαιξαν για λίγο.
-Είστε καλά κύριε; Μπορώ να σας βοηθήσω; είπε με ήρεμη και σταθερή φωνή.
Δεν πήρε καμία απάντηση. Πλησίασε περισσότερο και με το κεφάλι γερμένο προς το πλάι προσπάθησε να διακρίνει ποιος ήταν αυτός που είχε απέναντί του. Αφού πλησίασε αρκετά και όσο του επέτρεπε η κατάσταση μπόρεσε να δει αρκετά καθαρά το πρόσωπό του. Δεν τον είχε ξαναδεί. Ήταν ένας άγνωστος. Αυτό τον προβλημάτισε αλλά και τον φόβισε λίγο. Πρώτον, γιατί πότε εμφανίστηκε ένας άγνωστος στην επικράτειά του χωρίς να τον αντιληφθεί και δεύτερον και κυριότερο, δεν ήξερε πως να τον προσεγγίσει! Το μόνο που τον έκανε να νιώθει λίγη σιγουριά ήταν η εμπειρία του σε τέτοια περιστατικά τον καιρό που δούλευε στην κομητεία. Για λίγα δευτερόλεπτα παρατήρησε τον άγνωστο. Φαινόταν αρκετά ταλαιπωρημένος. Το πρόσωπό του ήταν μαύρο από μουτζούρες, τα μάτια του δακρυσμένα γυάλιζαν όποτε έπεφτε το φως κάποιου φαναριού στο πρόσωπό του, ενώ τα χέρια του έτρεμαν. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και πολύ βρώμικα. Μπορούσε όμως να διακρίνει ότι πριν φτάσουν σ’ αυτή την κατάσταση ήταν μέρος από κάποιο καλό κοστούμι. Αυτό τον ηρέμησε κάπως γιατί κατάλαβε πως δεν έχει να κάνει με κάποιον σεσημασμένο εγκληματία. Έπρεπε να χειριστεί το θέμα με διπλωματία και σύνεση. Δεν έπρεπε να τον αναστατώσει περισσότερο απ’ όσο ήταν. Τελικά, απ’ ό,τι φαίνετε, έφτασε η ώρα που ποτέ δεν περίμενε όταν μετατέθηκε ως σερίφης στην ήσυχη αυτή πόλη. Να αξιοποιήσει τα μαθήματα αντιμετώπισης τέτοιων καταστάσεων που του έμαθαν στην σχολή.
-Κύριε είστε καλά; Έχετε χτυπήσει; Αφήστε το όπλο κάτω σας παρακαλώ!
Μα δεν πήρε πάλι καμιά απάντηση. Το μόνο που άκουγε από το στόμα τού ξένου ήταν κάτι λόγια που απ’ ό,τι μπορούσε να καταλάβει ήταν "Ναι πρέπει", "Μη σε παρακαλώ". Και κάτι άλλο που επαναλάμβανε συνέχεια "Όφεως...".
-Κύριε αφήστε σας παρακαλώ το όπλο κάτω, επανέλαβε με κοφτή φωνή αυτή την φορά και τράβηξε αργά το όπλο του από την θήκη.
-Με ακούτε κύριε; Σας παρακαλώ μη με αναγκάσετε να ασκήσω βία. Αφήστε το όπλο κάτω, είπε, υψώνοντας λίγο παραπάνω την φωνή του.
Ο ξένος κουνώντας το κεφάλι του απότομα δεξιά και αριστερά σταμάτησε να πηγαινοέρχεται και κοίταξε κατάματα τον σερίφη. Του χαμογέλασε λυπημένα και σήκωσε το όπλο τοποθετώντας το στο κούτελό του.
-Μηηηηηηη! ΣΤΑΜΑΤΑ! Μη το κάνεις σε παρακαλώ, του φώναξε ο Μάθιου και έτρεξε να τον σταματήσει.
-Μάθε να ζεις για το σήμερα άλλα να είσαι έτοιμος να μπορείς να πεθάνεις και για το αύριο, του είπε ο ξένος και πάτησε την σκανδάλη.
Αίματα και κομμάτια μυαλού πετάχτηκαν παντού. Ένα κοντινό φαναράκι σκοτείνιασε αφού το γυαλί του είχε καλυφθεί με ότι είχε απομείνει από το κεφάλι του ξένου.
Ο Μάθιου αρκετά σοκαρισμένος και τρέμοντας ολόκληρος κοίταξε το κενό που πριν λίγα δευτερόλεπτα στεκόταν ο ξένος. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή και τα ξανάνοιξε ελπίζοντας πως όλο αυτό θα ήταν ένα άσχημο όνειρο. Δεν ήταν όμως… Κοίταξε γύρω του αλλά αυτή η καταραμένη σιωπή επικρατούσε ακόμα. Έριξε μια ματιά στην στολή του για να διαπιστώσει έντρομος ότι είχε επάνω της αρκετά υγρά και κάποια κομμάτια από τον ξένο. Έκανε να τιναχτεί σαστισμένος κι εντελώς μηχανικά, αλλά μόλις διαπίστωσε ότι τα χέρια του γέμισαν με αίμα και κομμάτια εγκεφάλου στρίγκλισε σαν μικρό παιδί τινάζοντάς τα βίαια πάνω κάτω. Συνέχισε να φωνάζει ενώ έπεσε στα γόνατα βάζοντας τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια του, τώρα οι κραυγές έγιναν κλάμα.
-Ω θεέ μου, ω θεέ μου, μουρμούριζε συνέχεια.

Τώρα όλα αυτά αποτελούν παρελθόν. Εξ άλλου η ταυτότητα του ξένου δεν βρέθηκε ποτέ. Κανείς δεν αναζήτησε κάποιον που να ταιριάζει με τα χαρακτηριστικά του άγνωστου άντρα. Το θέμα, όπως είπαν οι ανώτεροί του, θεωρήθηκε λήξαν. Ο φάκελος έκλεισε και η μικρή πόλη γύρισε στην καθημερινότητά της. Στην βαρετή και ήσυχη ζωή της.
Όμως ο Μάθιου βασανιζόταν. Ποιος ήταν τελικά αυτός ο ξένος; Γιατί το έκανε αυτό; Τι σήμαιναν τα τελευταία του λόγια; Τι μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος ώστε να μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο; Ποια ήταν η άγνωστη γυναίκα που του τηλεφώνησε; Και αυτή η καταραμένη ησυχία εκείνο το βράδυ! Μα καλά κανείς δεν άκουσε το πυροβολισμό; Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να βγει έξω να δει τι έγινε; Ακόμα και την επόμενη μέρα που ήρθαν οι ενισχύσεις από την κομητεία και έκαναν τις απαραίτητες ανακρίσεις όλοι μίλαγαν λες και δεν έγινε τίποτα! Κανείς δεν είχε δει ποτέ ξανά τον ξένο, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος ήταν τελικά και γιατί το έκανε αυτό και μάλιστα στην μικρή, ήσυχη πόλη τους! Όταν ρώτησε μερικούς φίλους για να δει τι σκεφτόντουσαν για το συγκεκριμένο γεγονός όλοι του έδωσαν την ίδια απάντηση: "Εσύ έκανες αυτό που μπορούσες και αυτό που έπρεπε, άσε την ηρεμία να επανέλθει στην πόλη."
Μα πως μπορούν να μιλούν για ηρεμία; Τόσες απορίες και κανείς δεν θέλησε να του τις λύσει. Το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να το συζητήσει με την γυναίκα του. Εκείνη πάντα τον άκουγε. Τον στήριζε. Αν και δεν ήθελε να την φορτώνει με τα προβλήματα της δουλειάς του, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. Να το βγάλει από μέσα του. Και γνώριζε πως η Μαρή ήταν πάντα εκεί γι’ αυτόν. Το ανακάλυψε σ’ εκείνο το μπαρ όταν της μίλαγε για ώρες και εκείνη τον άκουγε με ένα συντροφικό βλέμμα ξέροντας πως είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
(Αναμνήσεις)


Ο Μάθιου αποφοίτησε από την αστυνομική σχολή 21 χρονών. Παιδί ήταν ακόμα. Αλλά είχε μεγαλώσει απότομα όταν είδε σε ηλικία 10 ετών να δολοφονούνται οι γονείς του.
Ήταν ένα πολύ ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου. Ο Άλαν, ο πατέρας του, έξω στον κήπο πότιζε τα λουλούδια τους και η μητέρα του, η Σάρα, μέσα στο σπίτι μαγείρευε το αγαπημένο του φαγητό. Ξαφνικά ακούστηκε μια στριγκλιά μέσα από την κουζίνα. Ο πατέρας του πετάει το λάστιχο κάτω και τρέχει μέσα στο σπίτι. Ο μικρός Μάθιου ήταν στο δωμάτιό του και έπαιζε όταν πετάχτηκε απορημένος ακούγοντας τις φωνές τής μητέρας του. Σηκώθηκε από το χαλάκι του και με αργά βήματα πήγε προς την πόρτα τού δωματίου. Άκουσε τις τρομαγμένες φωνές των γονιών του ανακατωμένες μαζί με κάποιες που δεν τις είχε ξανακούσει. Αυτές οι άγνωστες φωνές ήταν τόσο δυνατές και επιβλητικές που τον έκαναν να φωνάξει.
-Μάθιου κλείδωσε την πόρτα σου… γρήγορα αγόρι μου, άκουσε την φωνή τής μαμάς του, μα πριν προλάβει να κάνει ο,τιδήποτε είδε μπροστά του έναν τεράστιο άντρα ντυμένο με μαύρα ρούχα να του κρύβει την πόρτα. Σήκωσε το κεφαλάκι του, τον κοίταξε κατάματα και έβαλε τις φωνές.
-Μάθιου αγάπη μου... Άφησέ τον μπάσταρδε, άκουσε την εξαγριωμένη φωνή τής μαμάς του.
-Μαμά... Μαμάααααααα, φώναξε κλαίγοντας ο Μάθιου.
-Εδώ είμαι αγόρι μου... Η μαμά σ’ αγαπάει μη φοβάσαι... Όλα θα πάνε καλά, άκουσε να του λέει κλαίγοντας η μητέρα του.
"Μα που είναι ο μπαμπάς μου; Γιατί δεν με ακούει;” σκέφτηκε με το μικρό του μυαλουδάκι. Αυτή την σκέψη την διέκοψε ο μεγαλόσωμος άντρας που εκείνη την ώρα τον άρπαξε από τα ρούχα και τον σήκωσε ψηλά παίρνοντάς τον αγκαλιά.
-Όχι μικρέ μου, δεν θα πάνε όλα καλά... Ποτέ δεν πάνε όλα τα πράματα καλά, είπε και τον κατέβασε κάτω στην κουζίνα.
Εκεί είδε τον μπαμπά του πεσμένο στο πάτωμα με αίματα στο κεφάλι, την μητέρα του γονατιστή με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη και άλλον έναν άγνωστο άντρα, πολύ πιο μικρόσωμο από τον πρώτο, ανάμεσά τους και να τους κοιτά.
-Η μαμά είναι εδώ αγόρι μου μη φοβάσαι, του είπε η μητέρα του μόλις τον είδε, ενώ ο μικρόσωμος άντρας τον κοίταξε και του χαμογέλασε.
-Τι έχουμε εδώ; Μια ευτυχισμένη οικογένεια!!! είπε ο μικρόσωμος άντρας και συνέχισε…
-Ε Κερτ, βρες το ηχοσύστημα και βάλε αυτό το cd...
-Τι να τον κάνω τον μικρό; ρώτησε ο Κερτ.
-Φέρε τον εδώ... Δεν πρόκειται να πάει πουθενά…
Ο μικρός Μάθιου τον κοίταζε με τα ματάκια του βουρκωμένα ενώ έριχνε κλεφτές ματιές και στην μαμά του η οποία έκλαιγε με το κεφάλι σκυφτό.
-Μπάσταρδοι θα το πληρώσετε... μουρμούριζε συνέχεια.
-Εεεε μη κλαις! Σε θέλω γενναίο αγοράκι! Εσύ θα γίνεις πιο δυνατός από τους γονείς σου το ξέρεις; Θες να μάθεις γιατί; Γιατί είχες την απαράμιλλη τύχη να βρεθώ εγώ στον δρόμο σου!!! Αυτή την μέρα μικρέ μου φίλε κοίτα να μην την ξεχάσεις ποτέ, γιατί αν το κάνεις θα με βρεις ξανά στον δρόμο σου να στο θυμίσω... Όμως φτάνουν τα λόγια, μουσική παρακαλώ!
Και τότε άκουσε από το σαλόνι να παίζει μια περίεργη μουσική. Δεν την είχε ξανακούσει ποτέ του. Και αυτή η φωνή πόσο παράξενα ωραία ήταν! Σαν να έκλαιγε και να φώναζε αλλά μελωδικά! Γιατί δεν είχαν βάλει ποτέ οι γονείς του να ακούσουν κάτι τέτοιο; Μα πάλι την σκέψη του την διέκοψαν.
-Σου αρέσει η όπερα μικρέ μου φίλε; άκουσε τον μικρόσωμο άντρα να του λέει.
-Σταμάτα τον τρομάζεις! Τι θέλετε από εμάς; Πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε… ΦΥΓΕΤΕ, είπε η μητέρα του με όσο κουράγιο τής είχε απομείνει.
Και όλα αυτά κάτω από τους ήχους μιας αιθέριας μελωδίας, με γυναίκες και άντρες όλοι με μια φωνή σα να ψέλνουν! Ναι βέβαια! Τώρα θυμήθηκε! Στην εκκλησία που τον πηγαίνουν οι γονείς του είχε ακούσει κάτι παρόμοιο! Όχι τόσο μελωδικό, ούτε με τόση ένταση αλλά του άρεσε εξ ίσου. Μα για άλλη μια φορά δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την σκέψη του. Τον τάραξε ένας δυνατός ήχος. Ήταν ο μικρόσωμος άντρας που με μια δυνατή κλοτσιά είχε χτυπήσει στο πρόσωπο την μητέρα του.
-Σκάσε εσύ! Δεν σου μίλησε κανείς. Είσαι μια πουτάνα και εσύ όπως όλες οι μάνες. Αν σ’ άφηνα λίγο παραπάνω θα βίαζες τον γιο σου. Όλες το ίδιο κάνετε. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είστε πουτάνες… Ναι για αυτό... Όμως θα το διορθώσω... Όπως κάνω πάντα...
Το πρόσωπο του μικρόσωμου άντρα είχε αλλάξει! Τα φρύδια του είχαν σμίξει μεταξύ τους, τα χείλη του είχαν γίνει ένα και κάτι περίεργες γραμμές είχαν εμφανιστεί στα μάγουλα του.
-Όχι, όχι κάνεις λάθος... Όχι σε παρακαλώ θα κάνω ότι μου ζητήσεις, είπε κλαίγοντας με το πρόσωπο γεμάτο αίματα η μητέρα του, που αυτή την φορά είχε πέσει κάτω, δίπλα στον πατέρα του. Προσπαθούσε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερνε με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη.
Εκείνη την στιγμή είδε τον μεγαλόσωμο άντρα να πλησιάζει και να σηκώνει την μητέρα του. Προς στιγμή πίστεψε πως τα πράγματα έφτιαξαν. Μετά είδε τον άντρα να χτυπάει ελαφρά στο πρόσωπο τον πατέρα του.
-Εεεεεεε υπναρά σήκω! Η γυναίκα σου άντεξε πιο πολλά χτυπήματα από εσένα, είπε, ενώ μια άρια πλημύρισε με τον αιθέριο ήχο της όλο το δωμάτιο.
-Άσ’ τον Κέρτ. Δεν είναι ακόμα η ώρα του, είπε ο μικρόσωμος άντρας.
-Λοιπόν μικρέ, συνέχισε, θα κάνουμε μια συμφωνία. Κάθε φορά που θα κλαις εγώ θα πονάω τους γονείς σου περισσότερο. Αν δεν κλάψεις ο πόνος τους θα είναι πολύ-πολύ μικρός... Σύμφωνοι;
-Μην τον ακούς Μάθιου, όχι αγάπη μου μην τον ακούς, είπε η μητέρα του.
-Ας ξεκινήσουμε από εσένα πρώτα αφού μιλάς τόσο πολύ, είπε ο μικρόσωμος άντρας.
Ο Μάθιου κοίταζε σαστισμένος. Πώς μπορούσε να μην κλάψει; Όμως αγαπούσε τόσο πολύ τους γονείς του που έπρεπε να κάνει αυτό που του λένε. Εξ άλλου αν δεν κλάψει καθόλου τότε οι γονείς του δεν θα πονέσουν και οι κακοί αυτοί άνθρωποι θα φύγουν. Ένιωσε μια σπίθα ελπίδας να του γαργαλάει την μικρή του καρδούλα. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του δαγκώνοντας ελαφρά τα χείλη του.
-Μπράβο το αγόρι μου. Τελικά θα γίνεις πολύ γενναίος όταν μεγαλώσεις και φρόντισε να μην ξεχάσεις ποτέ σε ποιον το χρωστάς!
Και λέγοντας αυτά τα λόγια παίρνει ένα μαχαίρι από την κουζίνα.
-Τι… τι πας να κάνεις, είπε η Σάρα.
-Μμμμ… θα δεις, είπε χαμογελώντας ο μικρόσωμος άντρας.
Την ίδια στιγμή με μια απότομη κίνηση χαράζει το μάγουλο τής μητέρας του. Μια στριγκλιά έδωσε την πρώτη παραφωνία στην ατμόσφαιρα. Ο μικρός Μάθιου τρόμαξε τόσο πολύ που ήταν αδύνατο να μην κλάψει. Προσπάθησε σκληρά να το πνίξει αλλά ένα δάκρυ κύλησε.
-Εεεεεε! Τι είπαμε; του είπε με αυστηρή φωνή ο μικρόσωμος άντρας.
-Τώρα θα δεις τις συνέπειες.
Με μια κίνηση έμπηξε βαθειά το μαχαίρι στο μάγουλο της μητέρας του στριφογυρίζοντας το.
Αυτή την φορά οι φωνές της ήταν σπαρακτικές.
-Ε Κέρτ, δυνάμωσε και άλλο την μουσική... Την επόμενη φορά μικρέ μου φίλε θα είναι πιο κάτω, είπε ο μικρόσωμος άντρας.
Η φωνή του έδειχνε περισσότερο ευχαρίστηση παρά συμβουλευτικό χαρακτήρα. Για την ακρίβεια ένιωθε την φωνή σαν να τον παρακάλαγε να κλάψει κι άλλο....
-Γαμημένοι, μπάσταρδοι... Το ευχαριστιέσαι; Τέλειωσέ το τώρα παλιοπούστη, ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ, ούρλιαξε η Σάρα ελπίζοντας να δώσει ένα τέλος στο βασανιστήριο.
-Θα τελειώσει όταν εγώ το πω σκρόφα, είπε και έκανε δυο βήματα πίσω.
-Ε Κέρτ, ξύπνα τον μαλάκα, πρέπει να το δει αυτό!
Ο Κέρτ χαμογελώντας έσκυψε εκεί που ήταν πεσμένος ο Άλαν. Τον έπιασε από το κεφάλι και τον ταρακούνησε.
-Εεεεεεεεε δεν ακούς; Ξύπνα! Έλα μεγάλε σήκω επάνω και δες την οικογένεια σου! Μα τι προστάτης είσαι εσύ; είπε γεμάτος ειρωνεία ο Κέρτ.
Τότε με μεγάλη χαρά ο Μάθιου είδε τον πατέρα του να προσπαθεί να ανοίξει τα μάτια του. Έβγαλε έναν ήχο πόνου και προσπάθησε να πιάσει το κεφάλι του.
-Τι συμβαίνει... Ποιοι... Ποιοι είστε; Τι θέλετε; είπε ψελλίζοντας.
-Μπαμπά, είπε κλαίγοντας ο Μάθιου.
-Άλαν αγάπη μου... Αφήστε τον ήσυχο, δεν σας πειράξαμε, φώναξε η Σάρα.
Ο Άλαν προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλισμένος όπως ήταν έπεσε αμέσως κάτω.
-Ώστε Άλαν λένε τον ήρωα μας! Λοιπόν Άλαν άκου τι θα σου πω! Θα σου δώσω μια μοναδική παράσταση αγάπης. Άκου την υπέροχη μουσική. Ηρέμησε και άκου. Δεν είναι υπέροχη; Σε λίγο όμως θα μπει το καλό!
-Τι... τι θέλετε από την οικογένεια μου... τι σας κάναμε; Πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε, σας παρακαλώ, εμείς δεν πειράξαμε ποτέ κανέναν, είπε με πόνους και τρομερές ζαλάδες ο Άλαν.
-Σσσσσσσς μη μιλάς… άκου… Μόνο να ακούσεις θέλω. Τίποτε άλλο, και έκλεισε τα μάτια του χαμογελώντας. Άνοιξε πλατιά τα χέρια του και έβγαλε μια άρια μπάσα πραγματικά υπέροχη.
Μα πως μπορεί να τραγουδά τόσο υπέροχα αυτός ο κακός κύριος, σκέφτηκε ο Μάθιου που τον κοίταζε μαγνητισμένος. Κοίταξε και τους γονείς του, είδε την αγαπημένη του μητέρα πεσμένη και γερμένη προς τα αριστερά να κλαίει και να τον κοιτάει ψιθυρίζοντάς του "Σ΄ αγαπάω..." Είδε τον πατέρα του με το κεφάλι κάτω να προσπαθεί να κρύψει και τα δικά του δάκρυα. Δεν μπόρεσε να μην κοιτάξει ξανά τον κακό κύριο που τραγουδούσε ακόμα εκστασιασμένος. Και τότε έγινε το κακό. Ο μικρόσωμος άντρας άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κατάματα τον Μάθιου.
-Λυπάμαι μικρέ δεν έχω άλλο χρόνο για να παίξουμε, του είπε με λυπημένο ύφος.
-Ε Κέρτ πάρε τον μαλάκα και πήγαινέ τον κοντά στην γυναίκα του.
Ο Κέρτ άρπαξε τον Άλαν, τον σήκωσε στον αέρα και με μια κίνηση τον πέταξε δίπλα στην Σάρα. Ο μικρός Μάθιου είδε τούς γονείς του να αγκαλιάζονται και να κλαίνε. Αυτή την φορά ο πατέρας του δεν προσπαθούσε να κρύψει τίποτα. Έκλαιγε ξανά και ξανά σαν μικρό παιδί.
-Σε αγαπάω πολύ γλυκιά μου, άκουσε τον πατέρα του να λέει στην μητέρα του ενώ της χάιδευε τα μαλλιά.
-Και εγώ αγάπη μου… και εγώ, του απάντησε με τρεμάμενα χείλη.
-Ωωωωω… τι γλυκό, τι συγκινητικό! Με κάνατε να δακρύσω, είπε κοροϊδεύοντας ο μικρόσωμος άντρας.
Ο Μάθιου κοίταζε συνέχεια γύρω του, κοίταζε τους γονείς του, κοίταζε τους κακούς ανθρώπους, κοίταζε τον χώρο. Προσπάθησε να τρέξει και να πάρει αγκαλιά τους γονείς του, αλλά το χέρι του μεγαλόσωμου άντρα τον άρπαξε από τον σβέρκο και τον έριξε πίσω.
-Αααα εσύ έγινες πολύ γρήγορα γενναίος! Μπράβο μου! Τα κατάφερα, φώναξε υστερικά ο μικρόσωμος άντρας.
-Κέρτ φέρε το σχοινί! Το έργο μας πρέπει να τελειώσει εδώ. Μας περιμένουν κι άλλοι!
Ο Μάθιου είδε τον Κέρτ να βγάζει από την τσέπη του ένα σχετικά χοντρό σχοινί και να το δίνει στον φίλο του. Αφού το πήρε το τέντωσε μια δυο φορές και πλησίασε τούς γονείς του. Εκείνοι τρομαγμένοι έγειραν προς τα πίσω με φοβισμένο βλέμμα και πάντα αγκαλιά
-Τι πας να κάνεις! Άσε μας... σε παρακαλώ. Φύγετε από εδώ, δεν θα πούμε σε κανέναν τίποτα... Σας παρακαλούμε, του είπαν.
Ο Μάθιου κοίταζε μπερδεμένος από τους ήχους τής μουσικής, από τις φωνές και τα κλάματα. Είχε κοκαλώσει. Εκείνη την ώρα ένιωσε τα χέρια του Κέρτ να τον αγγίζουν. Με το ένα χέρι του κρατούσε το σωματάκι του και με το άλλο κρατούσε το κεφάλι ευθεία μπροστά ώστε να μπορεί να βλέπει χωρίς να μπορεί να γυρίσει.
Και ναι είδε…
Είδε τον μικρόσωμο άντρα να πλησιάζει τους γονείς του και με το σχοινί στο χέρι άρχισε να τυλίγει τους λαιμούς τους, όπως ήταν αγκαλιά κολλημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, αρκετά σφιχτά. Έσφιγγε, έσφιγγε, έσφιγγε. Όλο έσφιγγε. Ο Μάθιου άκουσε τα μουγκρητά των γονιών του και τους είδε να σφαδάζουν αποκομμένοι από αέρα. Τούς είδε να μελανιάζουν, να βγάζουν την γλώσσα έξω και να τρεμοπαίζουν τα μάτια τους. Κι εκείνος ο ξένος όλο έσφιγγε, όλο και πιο σφιχτά. Στο μικρό του μυαλό επικρατούσε σύγχυση, από την μια η αιθέρια μελωδία με τις άριες και από την άλλη τα μουγκρητά των γονιών του. Όλα είχαν γίνει ένα. Και τότε σταμάτησε. Το σχοινί χαλάρωσε, οι θόρυβοι σταμάτησαν, τα άψυχα κορμιά έπεσαν κάτω έχοντας ακόμα αγκαλιά ο ένας τον άλλο και η μουσική τελείωσε. Τα χέρια τού Κέρτ χαλάρωσαν και αυτά. Ο Μάθιου έκλεισε τα ματάκια του και έκλαψε όσο ποτέ άλλοτε.
-Σας αγαπώωω, ήταν το μόνο που φώναξε!
Και έτσι τελείωσαν όλα.
Τον πήραν οι παππούδες του και τον μεγάλωσαν σαν παιδί τους. Ποτέ δεν τού έλειψε τίποτε, εκτός από τούς γονείς του. Πόσα βράδια θυμόταν ξανά και ξανά το τραγικό αυτό τέλος. Θυμόταν όμως και την μουσική. Μια μουσική που στο μυαλό του είχε συνδυαστεί με πόνο και δάκρυα. Καμιά φορά την τραγουδούσε κιόλας από μέσα του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλάψει, να κλάψει όπως εκείνη την καταραμένη μέρα. Μέχρι να τον πάρει αγκαλιά η γιαγιά του.
-Ηρέμησε αγάπη μου, ένα κακό όνειρο ήταν... Ηρέμησε, του ψιθύριζε στο αυτί φιλώντας τον.
Μα ήξερε πως δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Και μέχρι να τον πάρει ο ύπνος τραγουδούσε...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
(Η γνωριμία με την Μαρή)


Πολλοί θα λύγιζαν αν είχαν περάσει ό,τι και ο Μάθιου. Εκείνος όμως ήταν και παρέμενε πάντα δυνατός. Σαν χορτάρι που λύγιζε στον άνεμο, αλλά στο τέλος πάντα έμενε όρθιο στην θέση του, χωρίς να ξεριζωθεί και να πετάξει μακριά. Είχαν πεθάνει και οι παππούδες του και πλέον ζούσε μόνος του. Έπρεπε κάτι να κάνει, να πιάσει την ζωή απ’ τα μαλλιά και να την κερδίσει.
Αποφάσισε να γίνει αστυνομικός και τέλειωσε με άριστα την αστυνομική ακαδημία. Διορίστηκε σ’ ένα μεγάλο αστυνομικό τμήμα του Φοίνιξ. Ήταν πάντα πρόθυμος και ριψοκίνδυνος σ’ ό,τι κατάσταση κι αν αντιμετώπιζε. Στις ληστείες πάντα έφτανε πρώτος, στους καυγάδες στα διάφορα μπαρ ή ακόμα και στους δρόμους ήταν εκεί, ατρόμητος κι έτοιμος για όλα. Δεν τον ένοιαζε τίποτα! Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γίνει σωστά το καθήκον του.
Μέχρι που γνώρισε την Μαρή. Μια πολύ όμορφη κοπέλα που τότε δούλευε σ’ ένα από τα μπαρ που σύχναζε τα βράδια όποτε δεν είχε βάρδια και έπινε στα σκοτεινά μόνος του. Τον είχε πλησιάσει πρώτη. Την είχε γοητέψει αυτό το μελαγχολικό του βλέμμα. Το πέπλο μυστήριου που τον κάλυπτε έπρεπε οπωσδήποτε να το ξεδιαλύνει!
Έτσι ένα βράδυ που σχόλασε νωρίς και δεν είχε το μπαρ ιδιαίτερο κόσμο τον πλησίασε και του μίλησε. Εκείνος γυρνώντας το βλέμμα του αντίκρισε μια ψηλή ξανθιά κοπέλα, με λίγο ατημέλητα τα μαλλιά και με ντροπαλό ύφος να τον χαιρετά. Πρόθυμος όπως πάντα την δέχτηκε, την κέρασε ένα ποτό κι έκατσαν μέχρι το πρωί μιλώντας κι ακούγοντας ο ένας τον άλλον. Εκείνο το βράδυ ήταν από τα καλύτερα της ζωής του. Ένιωσε πως βρήκε έναν άνθρωπο που πραγματικά τον καταλάβαινε. Και η Μαρή όμως ένιωθε το ίδιο.
Ήταν βασανισμένη κοπέλα. Παιδί χωρισμένων γονιών, η μητέρα της αλκοολική και ένας πατέρας χαμένος στα ναρκωτικά και στην φυλακή. Δύσκολα παιδικά χρόνια. Πολύ ξύλο, φασαρίες, άπειρες φυγές από το σπίτι και στο τέλος να την μαζεύει η αστυνομία από κάποιο σκοτεινό σοκάκι να κλαίει κουλουριασμένη.
Όταν μεγάλωσε πια και ενηλικιώθηκε έφυγε από το σπίτι της οριστικά και έπιασε δουλειά σ’ αυτό το μπαρ. Ένα ήσυχο μέρος που καμιά φορά κάποιος μεθυσμένος έκανε την φασαρία του και μετά έφευγε. Συνηθισμένη η Μαρή από τέτοια, δεν την άγγιζαν οι καταστάσεις. Το μόνο που ήθελε ήταν να δουλεύει να συντηρεί το σπιτάκι της κι αυτό ήταν όλο. Όμως η καρδιά της αναζητούσε πάντα τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Κάποιον που θα την έκανε να ξεχάσει. Και ένιωσε πως ο Μάθιου ήταν αυτός που τόσο καιρό περίμενε.
Αφού πλέον είδαν όχι μόνο πόσο ταιριάζουν αλλά και πόση ανάγκη είχαν ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν να παντρευτούν και να μείνουν μαζί. Η Μαρή άφησε το μικρό σπιτάκι που νοίκιαζε και έμεινε στο σπίτι των παππούδων τού Μάθιου. Ήταν τόσο ευτυχισμένοι μαζί! Για πολύ καιρό τα προβλήματα και οι μαύρες σκέψεις τους είχαν παραμεριστεί . Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν πώς να κάνουν ευτυχισμένο ο ένας τον άλλον. Η Μαρή άφησε την δουλειά της αφού ο μισθός τού Μάθιου τούς υπερκάλυπτε ώστε να ζήσουν άνετα. Πολλά βράδια ο Μάθιου ερχόταν σπίτι κρατώντας ένα λουλούδι στο χέρι και αφού το τοποθετούσε στο στήθος της, την αγκάλιαζε και την φίλαγε με πάθος. Και η Μαρή όμως τον πρόσεχε. Πολλές φορές του έκανε το αγαπημένο του φαγητό όπως του έκανε τότε η μητέρα του. Του αγόραζε όμορφα ρούχα και τον περιποιόταν. Τον φρόντιζε και τον αγαπούσε με όλη της την καρδιά. Αφού έζησαν τέσσερα χρόνια έτσι, αποφάσισαν πως έφτασε η ώρα να κάνουν και ένα παιδάκι. Έτσι λοιπόν, μόλις έμεινε έγκυος η Μαρή, ο Μάθιου ζήτησε μετάθεση, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσει το παιδί τους όπως μεγάλωσαν και αυτοί. Σε μια κοινωνία γεμάτη κακία και βία. Το πρώτο τους παιδί θα το ονόμαζαν Άλαν προς τιμήν του πατέρα του, μιας και η Μαρή δεν ήθελε να της θυμίζει την δικιά της οικογένεια τίποτα. Μετά από 6 μήνες ήρθε και η μετάθεση που περίμεναν με τόση αγωνία. Για καλή του τύχη και λόγο τής εξαίρετης και ηθικά ακέραιης συμπεριφοράς του πάνω στο καθήκον, τον έστειλαν σχετικά κοντά. Σε μια μικρή πόλη με λιγοστούς κατοίκους λίγο πιο έξω από το Φοίνιξ που φημιζόταν για την ήσυχη ζωή της και τους απλοϊκούς της κατοίκους. Το Σέρμαν, όπως ήταν το όνομά της, ήταν το ιδανικό μέρος για κάθε οικογενειάρχη. Μάζεψαν γεμάτοι χαρά τα πράγματά τους και ξεκίνησαν την μετακόμιση.
-Επιτέλους αγάπη μου θα ζήσουμε όπως μας αξίζει, του είχε πει η Μαρή την ώρα που συμμάζευαν.
Όμως ο Μάθιου ενώ είχε χαρά και το ήθελε όσο τίποτε άλλο να φύγει από εκεί και να αφήσει πίσω όλες τις άσχημες αναμνήσεις, παρ’ όλ’ αυτά ένιωθε πως φεύγει χωρίς να έχει εκπληρώσει τον σκοπό του. Αυτόν που τον βασάνιζε τόσα χρόνια, αυτόν που δεν παραδεχόταν ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Να πιάσει και να τιμωρήσει αυτούς που του στιγμάτισαν τα παιδικά του χρόνια. Ένιωθε πως το βάζει στα πόδια. Από την άλλη όμως δεν ήθελε να ρισκάρει την ευτυχία τής μελλοντικής του οικογένειας. Κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχε, θα τον τσάκιζε πραγματικά. Έτσι λοιπόν μάζευε τα πράγματά του αμίλητος.
-Τι έχεις αγάπη μου; Δεν είσαι ενθουσιασμένος που φεύγουμε; άκουσε να του λέει η Μαρή.
-Ναι, φυσικά γλυκιά μου, ξέρεις ότι το θέλαμε και οι δυο αυτό, απάντησε κρύβοντας το βλέμμα του.
-Το θέλαμε; Αν το μετάνιωσες μπορούμε να κάτσουμε. Μου αρκεί να σε βλέπω ευτυχισμένο, μου αρκεί να είμαστε μαζί, του αποκρίθηκε γεμάτη στοργή και χαϊδεύοντας το πρόσωπό του.
-Αγάπη μου ξέρεις πως δεν γίνεται αυτό, θα φέρεις ένα παιδί στον κόσμο, το παιδί μας! Δεν μπορούμε να το μεγαλώσουμε εδώ, είπε και έφυγε γιατί δεν του άρεσε να της κρύβετε, όχι ότι τα κατάφερνε βέβαια, απλά δεν ήθελε να συνεχιστεί η κουβέντα.
Η Μαρή έμεινε να τον κοιτάει αναστενάζοντας, ξέροντας ότι κάτι απασχολούσε τον άντρα της. Γνώριζε ότι κάποια στιγμή, όταν θα ένιωθε έτοιμος, θα της μίλαγε. Πάντα έτσι έκανε. Και συνέχισε να μαζεύει τα πράγματά της.
Ξαφνικά άκουσε μουσική να παίζει κάτω στο μικρό σαλονάκι που είχαν. Ήταν όπερα. Δεν τον είχε δει ποτέ να ακούει τέτοια μουσική. Την παραξένεψε και με μικρά βήματα κατέβηκε κάτω να δει τι συμβαίνει. Τον είδε να κάθετε στον καναπέ με τα χέρια ανάμεσα στα πόδια κοιτάζοντας το άπειρο και να σιγοτραγουδά.
-Αγάπη μου; Είσαι καλά; Θες να σου φέρω κάτι, ρώτησε, μα δεν πήρε καμία απάντηση.
-Γλυκέ μου είσαι καλά;
-Ναι αγάπη μου! Απλά ήθελα να "αποχαιρετήσω" λίγο τον χώρο. Πέρασα ωραίες στιγμές εδώ με τους δικούς μου ανθρώπους και θα μου λείψουν. Θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος αν δεν σε πειράζει. Θα έρθω και εγώ σε λίγο να σε βοηθήσω να μαζέψουμε, της είπε με ένα προσποιητό χαμόγελο και μια ψεύτικη ευδιαθεσία.
Τον κοίταξε στα μάτια, του χαμογέλασε στοργικά και ανέβηκε πάλι επάνω. Κάθισε για λίγο στο παλιό τους πλέον κρεβάτι ακουμπώντας τις παλάμες στο λίγο σκονισμένο στρώμα και άκουγε και αυτή την μουσική που ερχόταν από κάτω. Της φάνηκε πως άκουσε λυγμούς αλλά δεν κατέβηκε να το επιβεβαιώσει. Αν ήταν όντως λυγμοί και την έβλεπε ο Μάθιου θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση και δεν το ήθελε.
Μετά από λίγο σταμάτησε η μουσική και άκουσε βήματα στην σκάλα. Σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι και έκανε ότι μάζευε τα πράγματα. Μόλις μπήκε μέσα ο Μάθιου με αργά και σταθερά βήματα την πλησίασε, την αγκάλιασε και την φίλησε στο στόμα.
-Σε ευχαριστώ, είπε και ξεκίνησε να την βοηθά στο μάζεμα των πραγμάτων.
Σαν να μην συμβαίνει τίποτα καθάριζαν και πακετάριζαν ό,τι θεωρούσαν χρήσιμο αλλά και σημαντικό για αυτούς ώστε να το πάρουν μαζί τους. Κάθε αντικείμενο που έπαιρναν το κοίταζαν χαμογελούσαν και πειράζοντας ο ένας τον άλλον θυμόντουσαν γελώντας την στιγμή που το είχαν αγοράσει. Ρούχα, μικροαντικείμενα, μπιμπελό… όλα ήταν γεμάτα αναμνήσεις. Δικές τους αναμνήσεις. Που και που η Μαρή χάιδευε την φουσκωμένη της κοιλιά και χαμογελώντας όλο νόημα κοίταζε κατάματα τον Μάθιου.
-Θα ήθελες να κάνουμε και ένα δεύτερο παιδάκι; είπε γεμάτη νάζι.
-Φυσικά και θα ήθελα! Όχι μόνο δυο αλλά και τρία και τέσσερα και πέντε!!!! Θέλω μια μεγάλη και ευτυχισμένη οικογένεια, απάντησε ο Μάθιου χαμογελώντας και την πήρε αγκαλιά φιλώντας την στο στόμα.
-Και πως θα το ονομάσουμε, τον ρώτησε.
-Έχω μια ιδέα! Φεύγοντας από εδώ να κάνουμε μια νέα αρχή! Ό,τι παιδί και να γεννηθεί θα του δώσουμε ένα διαφορετικό όνομα από αυτά που ξέρουμε. Θα συμβολίζει το νέο μας ξεκίνημα! Τι λες;
-Υπέροχη ιδέα αγάπη μου! Αν όμως βγει αγόρι θα ήθελα να το ονομάσουμε, όπως είπαμε, Άλαν, ενώ αν βγει κορίτσι θα ήθελα να την ονομάσουμε Κέλη, του είπε γεμάτη χαρά.
-Υπέροχα! Αυτό θα κάνουμε λοιπόν! Και την φίλησε ξανά.
Αφού πακετάρισαν ό,τι τους ενδιέφερε τα φόρτωσαν στο φορτηγό και ξεκίνησαν για το Σέρμαν, γεμάτοι όνειρα και προσδοκίες για ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέλλον. Στην διαδρομή, που και που, ο Μάθιου γύριζε πίσω του. Έσφιγγε τα χείλη, χαμήλωνε το βλέμμα και κοίταζε πάλι μπροστά.
-Δεν τελειώσαμε ακόμα… μικρέ μου φίλε... μουρμούρισε κάποια στιγμή.
Ψηφοφορία
Σε τι θέματα θέλετε να ανανεώσουμε το site μας?
Total of answers: 337
Login form
Επισκεψιμότητα
Total online: 1
Επισκέπτες: 1
Μέλη: 0
Site Translator
 
Visitors Location
Γίνετε μέλος μας!


Τα βιβλία μας!
Για τους λάτρεις του τρόμου.




Σε συνεργασία με:




Το Ράδιο μας!