Δευτέρα, 11-ΔΕΚ-2017, 4:58 AM
Welcome Ξωτικό | RSS


Καιρός για θάνατο!

Αφιέρωμα: Jonestown, 30 χρόνια μετά........

Jonestown, 18 Νοεμβρίου 1978

Η επίσημη ιστορία
Οι πρώτες αναφορές που έφτασαν για την Γουιάνα στις 18 Νοεμβρίου του 1978 έλεγαν ότι ο γερουσιαστής Leo J. Ryan και τέσσερα άλλα μέλη της συνοδείας του πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν καθώς προσπάθησαν να επιβιβαστούν σε αεροπλάνο στον μικρό αερολιμένα του Port Kaituma. Μέσα στις επόμενες ώρες έφτασε το τρομερό άγγελμα ότι 408 αμερικανοί πολίτες αυτοκτόνησαν σε ένα κοινοβιοτικό χωριό που είχαν χτίσει στη ζούγκλα της βορειοδυτικής Γουιάνα. Η κοινότητα είχε γίνει γνωστή με το όνομα 'Jonestown'. Οι νεκροί ήταν όλοι μέλη μιας ομάδας με το όνομα 'Ο Ναός των Ανθρώπων' (The People' s Temple) που είχε ως ηγέτη τον αιδεσιμότατο Jim Jones. Γρήγορα θα μαθευόταν ότι 913 από τους 1100 ανθρώπους που πιστεύεται πως βρισκόντουσαν στην Jonestown εκείνη την περίοδο, πέθαναν σε μια μαζική αυτοκτονία.

Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά που υποβλήθηκε στην αμερικάνικη Βουλή στις 15 Μαΐου του 1979 η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο του Leo Ryan στη Γουιάνα ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα, όταν ο γερουσιαστής είχε διαβάσει ένα άρθρο στην εφημερίδα San Francisco Examiner στις 13 Νοεμβρίου του 1977. Το άρθρο που είχε ως τίτλο το 'Φοβισμένος για πολύ Καιρό' (Scared Too Long) σχετιζόταν με το θάνατο του γιου του Sam Houston, του Bob, τον Οκτώβριο του 1976. Ο Houston είχε αποφασίσει να μιλήσει ανοιχτά για το θάνατο του γιου του γιατί πίστευε ότι ο λόγος που είχε πεθάνει, κάτω από τις ρόδες ενός τρένου, ήταν γιατί την προηγούμενη ημέρα είχε ανακοινώσει την απόφασή του να εγκαταλείψει την ομάδα του Ναού των Ανθρώπων. Ο Houston εξάλλου ανησυχούσε ότι οι δύο εγγονές του που είχαν πάει στη Νέα Υόρκη για διακοπές, είχαν καταλήξει στη Jonestown και δεν επέστρεψαν ποτέ.

Στους επόμενους έξι με οκτώ μήνες ο Ryan θα άκουγε περισσότερα σχετικά με τον Ναό των Ανθρώπων μέσα από άρθρα σε εφημερίδες και από άμεσες αιτήσεις για βοήθεια που προερχόντουσαν από οικογένειες που οι συγγενείς τους είχαν εξαφανιστεί μέσα στη ζούγκλα της Γουιάνα για να συμμετάσχουν στην κοινότητα της Jonestown. Υπήρχαν καταγγελίες για παραβιάσεις κοινωνικής ασφάλειας, παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων και για το ότι υπήρχαν άνθρωποι που κρατούνταν ενάντια στη θέλησή τους στην κοινότητα αυτή. Τον Ιούνιο του 1978 ο Ryan διάβασε αποσπάσματα από την ένορκη κατάθεση της Debbie Blakey που είχε ξεφύγει από την Jonestown, η οποία περιλάμβανε ισχυρισμούς πως η κοινότητα είχε κάνει κάποιες φορές πρόβα για μαζική αυτοκτονία. Μετά τη συνάντησή του με αρκετούς ανήσυχους συγγενείς το ενδιαφέρον του Ryan για το Ναό των Ανθρώπων έγινε ευρέως γνωστό και οι αναφορές για την ομάδα αυτή, θετικές και αρνητικές, άρχισαν να τον κατακλύζουν. Προσέλαβε έναν αντιπρόσωπο για να παίρνει συνεντεύξεις από πρώην μέλη του Ναού των Ανθρώπων και από συγγενείς μελών για να προσδιορίσει εάν είχαν υπάρξει παραβιάσεις των ομοσπονδιακών νόμων ή των νόμων της Καλιφόρνια από την ομάδα του Jones.

Το Σεπτέμβριο του 1978 ο Ryan συναντήθηκε με τον Viron P. Vaky και άλλους πολιτειακούς αξιωματούχους για να συζητήσουν την πιθανότητα να κάνει ο Ryan ένα ταξίδι στην Jonestown στη Γουιάνα. Το αίτημα κατατέθηκε επίσημα στις 4 του Οκτώβρη. Η άδεια εξασφαλίστηκε και το ταξίδι προγραμματίστηκε για τη βδομάδα 12 έως 18 του Νοέμβρη. Η πρόθεση του Ryan να επισκεφτεί τη Jonestown έγινε σύντομα ευρέως γνωστή και τα νούμερα όσων ήθελαν να τον συντροφέψουν σ' αυτό του το ταξίδι άρχισαν να αυξάνονται σημαντικά. Την ώρα της αναχώρησής του υπήρχαν 9 ακόμα δημοσιογράφοι και 18 αντιπρόσωποι από μια αποστολή εμπλεκόμενων συγγενών που θα πήγαιναν μαζί του με δικά τους έξοδα. Η επίσημη ομάδα, η Codel, απαρτίζονταν από τον Ryan, τον James Schollaert και την Jackie Speier, την βοηθό του Ryan.

Τις ημέρες της προετοιμασίας για την επίσκεψη στη Jonestown ο Ryan επικοινώνησε τηλεγραφικά με τον Jim Jones για να τον ενημερώσει για την πρόθεσή του να επισκεφτεί τον καταυλισμό. Από την αμερικανική πρεσβεία στη Γουιάνα ο Ryan πληροφορήθηκε ότι η συμφωνία για την επίσκεψη είχε κάποιους όρους. Ο Ryan θα έπρεπε να διαβεβαιώσει πως η ομάδα του δε θα ήταν προκατειλημμένη, δε θα υπήρχε δημοσιογραφική κάλυψη της επίσκεψης και ο Mark Lane που ήταν ο δικηγόρος του Ναού των Ανθρώπων θα έπρεπε να είναι επίσης παρόν. Στις 6 Νοεμβρίου ο Lane έγραψε στον Ryan και τον ενημέρωσε πως δε θα μπορούσε να έρθει τις μέρες που είχαν σκοπό να κάνουν την επίσκεψη και ισχυρίστηκε πως η ομάδα (η Codel) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον του Ναού των Ανθρώπων. Έγραψε μια επίσημη δήλωση των προθέσεών του να επισκεφτεί παρολαυτά τον καταυλισμό και πως θα έφευγε στις 14 του Νοέμβρη.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν για την ομάδα μόλις έφτασαν στη Γουιάνα τα μεσάνυχτα. Ο Ron Javers, από την San Francisco Chronicle κρατήθηκε όλη τη νύχτα στο αεροδρόμιο καθώς δεν είχε βίζα εισόδου. Η ομάδα των εμπλεκόμενων συγγενών, παρόλο που είχαν κάνει κρατήσεις, έπρεπε να περάσουν τη νύχτα στον προθάλαμο του ξενοδοχείου Pegasus στη Georgetown, επειδή δεν υπήρχαν δωμάτια ελεύθερα γι' αυτούς. Στη διάρκεια των επόμενων δυόμισι ημερών ο Ryan συναντήθηκε με το προσωπικό της πρεσβείας και οργάνωσε μια συνάντηση με τον πρεσβευτή Burke και του εμπλεκόμενους συγγενείς. Αυτός και τα μέλη των οικογενειών επιχείρησαν να μιλήσουν με έναν εκπρόσωπο του Ναού των Ανθρώπων στο αρχηγείο τους στη Georgetown, αλλά δεν τους άφησαν να μπουν. Επιπρόσθετα, ο Ryan δεν μπόρεσε να διαπραγματευτεί επιτυχώς με τον Lane ή τον Gary, έναν άλλο νόμιμο εκπρόσωπο του Ναού των Ανθρώπων, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της προκαθορισμένης πτήσης για την αποστολή μέχρι την Παρασκευή στις 17 του Νοέμβρη.

Οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν ακόμα δείξει κάποια πρόοδο την Παρασκευή το πρωί κι έτσι ο Ryan ενημέρωσε τον Lane και τον Garry πως αυτός και η συντροφιά του θα αναχωρούσαν για τη Jonestown στις 2.30 το μεσημέρι. Υπήρχαν δύο θέσεις στο αεροπλάνο εάν ο Lane και ο Garry επιθυμούσαν να φύγουν μαζί τους. Το αεροπλάνο έφυγε όπως είχε προγραμματιστεί στις 2.30 το μεσημέρι εκείνης της ημέρας. Επιβάτες ήταν ο Ryan, η Speier, αναπληρώτρια αρχηγός της Αποστολής, ο Richard Dwyer, ο Lane και ο Garry, οι εννέα δημοσιογράφοι, τέσσερις εκπρόσωποι από την ομάδα των εμπλεκόμενων συγγενών και ο Neville Annibourne, εκπρόσωπος της κυβέρνησης της Γουιάνα.

Στον αερολιμένα του Port Kaituma ο δεκανέας Rudder, ο περιφερειακός αξιωματικός του βορειοδυτικού τμήματος της Γουιάνα, έφτασε στο αεροπλάνο. Οι οδηγίες που είχε από την Jonestown ήταν πως μονάχα ο Lane και ο Garry επιτρεπόταν να αφήσουν το σκάφος. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ryan και εκπροσώπων της κοινότητας που βρισκόντουσαν στον αερολιμένα, σχετικά με το σε ποιον θα επιτρεπόταν η είσοδος στην Jonestown. Στο τέλος συμφωνήθηκε πως θα μπορούσαν να έρθουν όλοι εκτός από έναν εκπρόσωπο του τύπου. Ο Gordon Lindsay που ήταν σύμβουλος του NBC στην ιστορία αυτή, δεν πήρε άδεια να έρθει εξαιτίας ενός άρθρου που είχε γράψει στο παρελθόν στο οποίο ασκούσε κριτική στο Ναό των Ανθρώπων.

Με την άφιξή τους στην Jonestown τους σερβιρίστηκε δείπνο και διασκέδασαν με μια μουσική παράσταση από μέλη του Ναού των Ανθρώπων. Καθώς το βράδυ εξελισσόταν οι δημοσιογράφοι πήραν συνέντευξη από τον Jim Jones ενώ ο Ryan και η Speier μίλησαν με μέλη της κοινότητας των οποίων τα ονόματα είχαν προμηθευτεί από συγγενείς τους στην Αμερική. Κατά την πορεία της βραδιάς ένα μέλος της Jonestown έδωσε ένα σημείωμα στον δημοσιογράφο του NBC, Don Harris, δηλώνοντας πως αυτός και η οικογένειά του ήθελαν να φύγουν από το μέρος αυτό. Ένα άλλο μέλος έκανε μια παρόμοια προφορική δήλωση στον Dwyer. Και οι δύο εκκλήσεις αναφέρθηκαν στον Ryan.

Στις 11:00 το βράδυ οι δημοσιογράφοι και οι εκπρόσωποι των συγγενών επέστρεψαν στον αερολιμένα καθώς ο Jim Jones είχε αρνηθεί να τους επιτρέψει να περάσουν τη νύχτα μέσα στο χώρο της κοινότητας. Οι Ryan, Dwyer, Annibourne, Lane και Garry ήταν οι μοναδικοί που πέρασαν τη νύχτα της Παρασκευής, 17 Νοέμβρη, στη Jonestown.

Πίσω στο Port Kaituma, κάτοικοι της Γουιάνα, μεταξύ των οποίων και ένας αστυνομικός που ανέφερε ιστορίες για ισχυρισμούς ότι υπήρξε βία στην Jonestown, πλησίασαν την αποστολή. Παραπονέθηκαν ότι οι αστυνομικοί της Γουιάνα δεν επιτρεπόταν να μπουν στον χώρο της κοινότητας και πως δεν είχαν καμιά δικαιοδοσία εκεί. Περιέγραψαν επίσης μια 'τρύπα βασανιστηρίων' στον περίβολο του οικισμού.

Οι δημοσιογράφοι και οι συγγενείς επέστρεψαν στον οικισμό στις 11:00 το πρωί της επόμενης ημέρας, αρκετές ώρες αργότερα από ότι είχαν σχεδιάσει. Ο Ryan από νωρίς το πρωί έπαιρνε συνεχώς συνεντεύξεις από τα μέλη, κατά τις οποίες πολλά άτομα του εξομολογήθηκαν τη διάθεσή τους να φύγουν. Στις 3:00 το μεσημέρι υπήρχαν συνολικά 15 μέλη του Ναού των Ανθρώπων που σκαρφάλωσαν στα φορτηγά της αποστολής για να πάνε στο αεροδρόμιο του Port Kaituma. Ο Ryan σκόπευε να μείνει αλλά του επιτέθηκε με ένα μαχαίρι ο Don Sly, που ήταν μέλος της κοινότητας. Δεν πληγώθηκε, αλλά ο Dwyer επέμενε να φύγει και ο Ryan μαζί τους. Ο Dwyer σχεδίαζε να επιστρέψει στην Jonestown αργότερα ώστε να επιλύσει μια φιλονικία με μια οικογένεια που είχε διχαστεί επάνω στο ζήτημα εάν θα εγκατέλειπαν τον οικισμό.

Η ομάδα έφτασε στο αεροδρόμιο περίπου στις 4:30 το απόγευμα αλλά τα δύο αεροπλάνα δεν είχαν φτάσει μέχρι τις 5:10. Η καθυστέρηση είχε προκληθεί από την μη αναμενόμενη αίτηση στην αμερικάνικη Πρεσβεία να φέρουν ένα δεύτερο αεροπλάνο για να μεταφέρει τους 15 επιπλέον επιβάτες. Σύντομα μετά από την άφιξή του, ένα εξαθέσιο Cessna φορτώθηκε και ήταν έτοιμο να αναχωρήσει. Καθώς άρχισε να πορεύεται προς την άλλη άκρη του αεροδιάδρομου, ένας από τους αποστάτες της Jonestown που βρισκόταν μέσα στο σκάφος άνοιξε πυρ εναντίον των άλλων επιβατών.

Την ίδια στιγμή, καθώς η συντροφιά του Ryan επιβιβαζόταν στο άλλο αεροπλάνο, ένα δικινητήριο Otter, οι επιβάτες ενός τρακτέρ και ενός τρέιλερ που άνηκαν στον Ναό των Ανθρώπων, άρχισαν να τους πυροβολούν. Ο Ryan, τρία μέλη από την ομάδα των δημοσιογράφων και ένας αποστάτης σκοτώθηκαν. Η Speier και πέντε άλλοι είχαν τραυματιστεί σοβαρά. Οι πυροβολισμοί κράτησαν 4 με 5 λεπτά και το μεγαλύτερο αεροπλάνο εξουδετερώθηκε. Το Cessna μπορούσε να απογειωθεί και ανέφερε τα νέα της επίθεσης σε ελεγκτές που βρισκόντουσαν στον πύργο της Georgetown. Εκείνοι με τη σειρά τους ειδοποίησαν την αστυνομία της Γουιάνα. Αυτοί που επιτέθηκαν απομακρύνθηκαν σύντομα από το μέρος, ενώ οι επιζώντες της επίθεσης αναζήτησαν κάλυψη και προστασία για τη νύχτα.

Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά, η μαζική αυτοκτονία ξεκίνησε περίπου στις 5:00 το απόγευμα καθώς οι πυροβολισμοί άρχιζαν στο αεροδρόμιο. Περίπου στις 6:00 το απόγευμα, ο πρεσβευτής Burke είχε ενημερωθεί για την επίθεση. Ενημέρωσε με τη σειρά του τηλεγραφικά το αμερικάνικο υπουργείο στις 8:30. Επίσης, γύρω στις 7:40 το απόγευμα η αστυνομία της Γουιάνα ενημέρωσε τον Sherwin Harris, μέλος της ομάδας των εμπλεκόμενων συγγενών, ότι η πρώην γυναίκα του, Sharon Amos και τρία από τα παιδιά της είχαν βρεθεί νεκρά στα αρχηγεία του Ναού των Ανθρώπων, στη Georgetown.

Η είδηση για τους θανάτους στην Jonestown έφτασε στο Port Kaituma γύρω στις 2:00 τα ξημερώματα της Κυριακής, όταν έφτασαν εκεί οι επιζώντες Stanley Clayton και Odell Rhodes. Τα χαράματα της Κυριακής, 19 Νοεμβρίου, έφτασε στο αεροδρόμιο η πρώτη αντιπροσωπεία των ομάδων διάσωσης του στρατού της Γουιάνα. Περισσότεροι στρατιώτες άρχισαν να έρχονται ώρα με την ώρα. Η άφιξή τους αργότερα στην Jonestown επιβεβαίωσε προηγούμενες αναφορές για την ομαδική αυτοκτονία. Το πρώτο αεροσκάφος διάσωσης της Γουιάνα που έφτασε στις 10:00 το πρωί στον αερολιμένα του Port Kaituma δεν είχε ιατρικές προμήθειες και προσωπικό. Όλοι οι τραυματισμένοι και οι περισσότεροι επιζώντες απομακρύνθηκαν αεροπορικώς από τον αερολιμένα πριν να φτάσει η νύχτα και μεταφέρθηκαν σε ειδικό χώρο της αμερικάνικης αεροπορίας που βρισκόταν στην Georgetown.

Καιρός για Θάνατο
Καθώς η αποστολή του Ryan προετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος ο Jim Jones συγκάλεσε την κοινότητα της Jonestown να συγκεντρωθούν. Τους εξήγησε, σα να ήταν περισσότερο ένα προαίσθημα παρά μια πρόβλεψη, πως κάποιος στο αεροπλάνο σκόπευε να σκοτώσει τον Ryan. Οι επιπτώσεις αυτής της πράξης θα ήταν πως αυτές οι πολιτικές δυνάμεις που προσπαθούσαν για χρόνια να καταστρέψουν τον Ναό των Ανθρώπων, θα επιτίθονταν στους ανθρώπους της κοινότητας. Ο ‘εχθρός’ θα έκανε επιδρομή εναντίον τους και θα τους σκότωναν χωρίς έλεος. Αυτό δεν ήταν κάποια καινούργια απειλή για την κοινότητα της Jonestown, είχαν ζήσει για πολλά χρόνια με τον φόβο για έναν άγνωστο εχθρό και καταστροφέα και η λύση που πρότεινε ο Jones δεν ήταν κάτι πρωτάκουστο γι’ αυτούς. Τους είχε προετοιμάσει εδώ και καιρό για εκείνο που αποκαλούσε ‘επαναστατική αυτοκτονία’. Είχαν ακόμα προβεί σε έναν αριθμό πρακτικών δοκιμών για την περίπτωση που ένα τέτοιο γεγονός θα γινόταν πραγματικότητα.

Μια μαγνητοσκόπηση της ομαδικής αυτοκτονίας αποκαλύπτει πως υπήρχε μικρή διαφωνία σχετικά με την απόφασή τους να πεθάνουν. Μια δυο γυναίκες που θεώρησαν πως τα παιδιά ίσως θα είχαν τη δυνατότητα να επιζήσουν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά σύντομα καθησυχάστηκαν από εκείνους που τους υπενθύμισαν την εναλλακτική λύση ενός ατιμωτικού θανάτου στα χέρια του εχθρού, καθώς και από τις ηχηρές επιβεβαιώσεις της ομάδας. Το δηλητηριώδες ποτό έφτασε στην αίθουσα και μοιράστηκε. Τα μωρά και τα μικρά παιδιά, που ήταν πάνω από διακόσια, ήπιαν πρώτα, καθώς τους έβαζαν το δηλητήριο στο στόμα με σύριγγες. Καθώς οι γονείς έβλεπαν τα παιδιά τους να πεθαίνουν, κατάπιαν κι εκείνοι με τη σειρά τους το θανατηφόρο ποτό. Οι στιγμές πριν από την τελική απόφαση να πεθάνουν συνάντησε από κάποιους λίγους αντίσταση, αλλά οπλισμένοι φρουροί που βρισκόντουσαν γύρω από την αίθουσα σκότωσαν αρκετούς από αυτούς. Από τους κατά εκτίμηση 1100 ανθρώπους που πιστεύεται πως εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν στην Jonestown, οι 913 πέθαναν συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Jim Jones. Οι υπόλοιποι με κάποιον τρόπο κατόρθωσαν και ξέφυγαν μέσα στη ζούγκλα. Δεν είναι σίγουρο το εάν ο Jones αυτοπυροβολήθηκε ή εάν τον πυροβόλησε κάποιο άλλο, άγνωστο άτομο.

Η πιο αινιγματική ερώτηση που αναδύθηκε από την τραγωδία της Jonestown, ήταν το πώς ένας άνθρωπος κατόρθωσε να αποκτήσει τόσο μεγάλο έλεγχο σε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, στο σημείο που θα μπορούσαν να πεθάνουν οικειοθελώς εάν τους έδινε μια τέτοια εντολή. Θα ήταν εύκολο να υποθέσουμε πως η Jonestown ήταν μια σπάνια περίπτωση που θα μπορούσε να συμβεί μονάχα λόγω της δυναμικότητας και της χαρισματικής προσωπικότητας του Jim Jones σε συνδυασμό με την αδυναμία και την τρωτότητα των θυμάτων του. Μια τέτοια ερμηνεία πιθανώς θα μας καθησύχαζε, θα μας έκανε να σκεφτούμε πως κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε ποτέ ξανά να συμβεί, αλλά απέχει πολύ από το να αποτελεί πραγματική κατανόηση του γεγονότος, αφήνοντάς μας έκθετους στον κίνδυνο περαιτέρω τραγωδιών, σαν αυτή που συνέβη στην Jonestown.

Για να καταλάβουμε επαρκώς την υπόθεση της Jonestown, είναι αναγκαίο να εξερευνήσουμε τις κοινωνικές και ψυχολογικές διαδικασίες που υπήρξαν και που εξασφάλισαν ότι μπορούσε να επιτευχθεί μια τόσο ακραία υποταγή της θέλησης και της συνείδησης των ανθρώπων. Τέτοιες διαδικασίες είναι κοινές σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, αλλά σε περιπτώσεις όπως αυτή του Ναού των Ανθρώπων, χρησιμοποιήθηκαν με ακραίο τρόπο με αντίστοιχα ακραία και τραγικά αποτελέσματα.

Τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων είχαν εξασκηθεί για πολλά χρόνια ώστε να είναι έτοιμοι για την ομαδική αυτοκτονία που τελικά έγινε τον Νοέμβριο του 1978. Ο Jim Jones μοιράστηκε με τους οπαδούς του την παρανοϊκή του πεποίθηση ότι η αμερικανική κυβέρνηση σχεδίαζε να καταστρέψει οποιονδήποτε είχε εμπλακεί με τον Ναό των Ανθρώπων. Όσοι τον ακολουθούσαν ήταν συνηθισμένοι να αναζητούν σ' αυτόν τη σωτηρία. Στη διάρκεια των χρόνων, ο Jones είχε αναφέρει πολλές εξωτερικές 'απειλές' για την ασφάλεια των οπαδών του αλλά πάντα απομάκρυνε τον κίνδυνο από αυτούς. Ξανά και ξανά τους έσωζε από τις απειλές και είχανε μάθει να τον εμπιστεύονται και να τον αναγνωρίζουν ως 'Πατέρα'.

Ο Jones και οι οπαδοί του μετακόμισαν στην Jonestown με το όραμα να δημιουργήσουν μια πλήρως αυτόνομη κοινότητα που θα βασιζόταν στις ιδέες του σοσιαλισμού και της κοινοκτημοσύνης. Κάθε άτομο θα εργαζόταν για το κοινό καλό, θα προσκόμιζε τροφή, θα έφτιαχνε καταλύματα, ρούχα, θα φρόντιζε για την υγεία και την μόρφωση των ανθρώπων της κοινότητας. Σ΄ αυτήν την κοινότητα καθένας θα ήταν ίσος με τον άλλο και θα μπορούσε να ζήσει σε ειρήνη. Ήταν ένα μεγαλοπρεπές ιδεώδες. Ένα ιδεώδες, που όπως ο Jones φρόντιζε συνεχώς να τους θυμίζει, άξιζε για να πεθάνει κανείς γι' αυτό.

Μέχρι τον Νοέμβρη του 1978, οι άνθρωποι της Jonestown ήταν έτοιμοι να πεθάνουν. Μετά από πολλά χρόνια εισαγωγής πληροφοριών στο μυαλό τους, που είχε μεταμορφώσει μια τέτοια πράξη ως την ύψιστη φιλοδοξία, χωρίς καμιά είσοδο πληροφοριών αντίθετων με μια τέτοια πεποίθηση, τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων θα έβλεπαν εύκολα τον θάνατό τους ως μια πράξη ευγένειας και αξιοπρέπειας.

Ο οραματιστής
Στα πάνω από είκοσι χρόνια που προηγήθηκαν του συμβάντος στην κοινότητα της Jonestown ο αριθμός των οπαδών του αιδεσιμότατου Jim Jones σε όλη την Αμερική είχε αυξηθεί σημαντικά, καθώς τραβούσε πάνω του τους απόκληρους της κοινωνίας μαζί με εκείνους που ήθελαν να βοηθήσουν τους καταπιεσμένους και να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία όσων είχαν ανάγκη. Κατά τις αρχές του 1960 ο Jones κήρυττε την ανάγκη για φυλετική αδελφότητα και ενοποίηση, μια δοξασία που δεν ήταν δημοφιλής εκείνη την εποχή και που του κόστισε έντονη κριτική από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Για να την αποκρούσει ο Jones ίδρυσε το 1963 τον ‘Ναό των Ανθρώπων’ όπου τόσο μαύροι όσο και λευκοί εκκλησιάζονταν δίπλα δίπλα. Οι φτωχοί και εκείνοι που η κοινωνία είχε θέσει στο περιθώριο καλωσορίστηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Η εκκλησία του Jones εργαζόταν για να εξασφαλίσει τροφή στους φτωχούς, να βρει εργασία στους άνεργους και να βοηθήσει πρώην εγκληματίες και εθισμένους στα ναρκωτικά ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν ξανά τη ζωή τους.

Καθώς η εκκλησία του μεγάλωνε, μεγάλωναν και οι απαιτήσεις που είχε από το ποίμνιό του. Μεγαλύτερες θυσίες και αφοσίωση απαιτούνταν για να είναι κανείς μέλος του Ναού των Ανθρώπων. Με την αύξηση της κριτικής στάσης που προερχόταν από μέλη της επίσημης εκκλησίας ο Jones μεταφέρθηκε το 1965 στη βόρεια Καλιφόρνια, ενώ τον ακολούθησαν και 100 από τους πιο αφοσιωμένους και πιστούς οπαδούς του. Με την μετακίνησή του στην Καλιφόρνια ο Ναός των Ανθρώπων μεγάλωσε σημαντικά μέχρι που δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες που τα αρχηγεία τους είχαν ως βάση το San Francisco.

Για να προσελκύσει νέα μέλη στην 'εκκλησία' του ο Jones δημοσίευσε τις υπηρεσίες που πρόσφερε, υποσχόμενος θαυματουργές θεραπείες όπου καρκίνοι θα μπορούσαν να εξαφανιστούν και οι τυφλοί θα μπορούσαν να βλέπουν. Κατά την άφιξή του, οι πιθανοί οπαδοί του κυκλοφορούσαν μαρτυρίες για μια κοινωνία αδελφοσύνης και συντροφικότητας όπου ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης και χρώματος, αντιμετωπιζόταν με ίσο τρόπο. Κάθε νέο άτομο που είχε την πιθανότητα να γίνει μέλος καλωσοριζόταν με προσωπική ζεστασιά που σπανίως θα μπορούσε να συναντήσει κανείς στις πιο παραδοσιακές εκκλησίες. Τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων ήταν εκείνα που θα στεκόντουσαν μπροστά στο πλήθος και θα απαριθμούσαν ιστορίες για ασθένειες από τις οποίες τους γιάτρεψε ο Jim Jones. Για να πείσει ακόμα περισσότερο το κοινό του αναφορικά με τις εξαιρετικά μεγάλες του δυνάμεις ο Jones έκανε προβλέψεις για γεγονότα που πάντα επρόκειτο να συμβούν και λάμβανε 'αποκαλύψεις' σχετικά με μέλη της κίνησής του ή με επισκέπτες για πράγματα που μονάχα εκείνοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν. Μπροστά στα μάτια τους ο Jones θεράπευε ασθενείς με καρκίνο και μια μάζα από ιστό σε αποσύνθεση έπεφτε από το σώμα του ασθενούς.

Από τα νέα μέλη απαιτούνταν να περάσουν από μια αυστηρή μυητική διαδικασία ώστε να μπουν στην ομάδα, κάτι που έκανε την είσοδό τους σ' αυτήν ακόμα περισσότερο επιθυμητή. Κάτι που πρέπει να κατακτηθεί με δυσκολία αξιολογείται πολύ υψηλότερα από κάτι που μπορεί να το κατορθώσει κανείς ελεύθερα και άκοπα. Αυτή η τακτική είχε επίσης το αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν πολύ υψηλότερο βαθμό δέσμευσης από τα μέλη που έμπαιναν στην ομάδα του Jones. Κάθε νέος βαθμός δέσμευσης που απαιτούνταν από το μέλος δικαιολογούνταν άμεσα από το γεγονός ότι ήδη είχε προβεί σε μεγάλες θυσίες. Για να απορρίψει τη νέα κατάσταση θα σήμαινε την παραδοχή πως οι προηγούμενες δράσεις και δεσμεύσεις του ήταν λανθασμένες. Αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο το γεγονός ότι οι άνθρωποι τείνουν να διατηρήσουν μια προηγούμενη δέσμευσή τους, ακόμα και όταν είναι επίπονη γι' αυτούς, προτιμώντας την από το να παραδεχτούν ότι είχαν κάνει λάθος.

Οι αξιώσεις που υπήρχαν για ένα νέο μέλος ήταν πολύ μικρές και ο βαθμός επιλογής ήταν υψηλός. Η δέσμευση για περισσότερο χρόνο και ενέργεια που θα αποδιδόταν στην οργάνωση ήταν σταδιακή και η επιθυμία να γίνει κάτι τέτοιο αυξανόταν από την υπόσχεση της κατάκτησης ενός υψηλότερου ιδεώδους. Σε όλα τα μέλη λεγόταν πως η κατάκτηση του ιδεώδους απαιτούσε αυτοθυσία. Όσο μεγαλύτερες θυσίες έκαναν τόσο περισσότερο θα πλησίαζαν σ' αυτό. Τα νέα μέλη μάθαιναν προοδευτικά να βλέπουν τις μακρόχρονες συναντήσεις και τις πολλές ώρες εργασίας για την ομάδα ως αξιόλογο έργο και ως ένδειξη αυτοπραγμάτωσης. Ο Jones αύξανε τις απαιτήσεις που είχε από ένα μέλος σε μικρές δόσεις κάθε φορά. Σε κάθε νέο επίπεδο δέσμευσης κάθε υποχώρηση που είχε κάνει το άτομο μπορούσε εύκολα να αιτιολογηθεί και να δικαιολογηθεί. Όταν οι απαιτήσεις του Jones είχαν φτάσει σε υπερβολικό και καταπιεστικό σημείο τα μέλη είχαν προβεί σε τόσο υψηλή δέσμευση που το να μην ικανοποιήσουν οποιαδήποτε νέα απαίτηση θα απαιτούσε μια πλήρη άρνηση της ορθότητας όλων των προηγούμενων αποφάσεων και της προηγούμενης συμπεριφοράς τους.

Ακριβώς όπως οι απαιτήσεις ενός μέλους αυξανόντουσαν σταδιακά όσο χρόνο παρέμενε στην οργάνωση, έτσι αυξανόταν και ο βαθμός της οικονομικής του δέσμευσης σ' αυτήν. Τις πρώτες μέρες που ήταν κάποιος μέλος το να δίνει χρήματα ήταν κάτι απόλυτα εθελοντικό, αν και τα χρήματα που δινόντουσαν καταγραφόντουσαν δημόσια. Με την ανοιχτή και δημόσια αυτή καταγραφή των χρημάτων δημιουργούνταν μια σιωπηρή προσδοκία. Το νέο μέλος μπορούσε να επιλέξει να δώσει πολύ λίγα ή και τίποτε, άλλα ήξερε πως αυτή του η στάση προσμετρούταν. Μέσα σε μια χρονική περίοδο το επίπεδο της συνεισφοράς είχε αυξηθεί στο 25% από αυτό που έδινε το μέλος κατά την είσοδό του και η εισφορά δεν ήταν πλέον εθελοντική.

Ο υψηλότερος βαθμός αφοσίωσης που μπορούσε να επιδείξει κάποιος ήταν όταν ο ίδιος ή και η οικογένειά του επέλεγε να μείνει στις εγκαταστάσεις του Ναού των Ανθρώπων, αποδίδοντας όλη του την περιουσία και τις επιταγές κοινωνικής ασφάλισής του στον ναό. Το ιδεώδες ενός κοινοβίου αποτελούσε μια μεγάλη διάσταση της διδασκαλίας του Jones, καθώς θεωρούνταν πως ήταν το μόνο πραγματικά πνευματικό ιδεώδες. Ο εξωτερικός κόσμος του καπιταλισμού και του ατομικισμού παρουσιαζόταν απεχθής και ολέθριος. Δυνάμεις που προερχόντουσαν από αυτό το βέβηλο σύστημα θα έβλεπαν τα ιδεώδη και τις κατακτήσεις του Ναού των Ανθρώπων σαν μια απειλή στη δική τους σταθερότητα και έτσι θα ήθελαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Μέσα από τέτοιες διδασκαλίες ο Jones μπορούσε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως το μόνο μέρος ασφάλειας και άνεσης ήταν ο Ναός των Ανθρώπων. Το μέλος έβλεπε κάθε κριτική της οργάνωσης που προέρχονταν από τον έξω κόσμο ως αναξιόπιστη και επιπλέον ως μια απόδειξη των ισχυρισμών του Jones.

Από τα αρχικά στάδια της κατήχησής του κάθε μέλος διδασκόταν πως η επίτευξη μιας υψηλότερης πνευματικότητας θα απαιτούσε μια πάλη με τις προσωπικές του αδυναμίες. Κάθε υποψία αντίστασης που το μέλος προέβαλε εναντίον της οργάνωσης μπορούσε γρήγορα να κατασταλεί ως δείγμα έλλειψης πίστης και εμπιστοσύνης του ατόμου. Ο Jones έφερνε τακτικά επικριτές ενώπιον της συνάθροισης των οπαδών του και τους πάτασσε για την έλλειψη πίστη τους. Στη συνέχεια ζητούσε από άλλα μέλη της ομάδας να ορίσουν την αναγκαία τιμωρία. Γονείς έδερναν δημόσια τα παιδιά τους για καταστρατηγήσεις κανόνων, ενώ σύζυγοι έπρεπε να τιμωρήσουν ο ένας τον άλλο. Μ' αυτόν τον τρόπο κάθε άτομο γινόταν υπεύθυνο για την πράξη και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την αιτιολογήσει και να την δικαιολογήσει. Έτσι, ο Jones μπορούσε να γίνεται ολοένα και πιο στυγνός στις τιμωρίες που επέβαλλε καθώς κάθε μέλος είχε μάθει να δέχεται μέσα του πως τέτοιες τιμωρίες ήταν τόσο αναγκαίες όσο και δίκαιες.

Η επιθυμία να παραδώσουν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο της ζωής τους στον Jones ενθαρρύνθηκε ακόμα περισσότερο από τη νεοαποκτηθείσα ηρεμία που απολάμβαναν τα μέλη στην προσωπική τους ζωή. Οι διαμάχες μέσα στις οικογένειες σταδιακά άρχισαν να ελαττώνονται. Δεν υπήρχε πλέον λόγος για διαφωνίες εφόσον οι κανόνες συμβίωσης είχαν τεθεί καθαρά από τον Jones. Το καθημερινό άγχος, ακόμα και οι θύελλες της καθημερινότητας που υπήρχαν στο παρελθόν από τη συνεχή ανάγκη να λαμβάνονται αποφάσεις και επιλογές είχε πλέον φύγει. Η ζωή ήταν ευκολότερη με λιγότερες επιλογές.

Οποιαδήποτε ιδέα για εγκατάλειψη του Ναού των Ανθρώπων απορρίπτονταν γρήγορα από τα άτομα για έναν αριθμό λόγων. Η πλήρης αφοσίωσή τους στην ομάδα συνήθως σήμαινε πως είχαν απομονώσει τον εαυτό τους από οικογένεια και φίλους, είτε λόγω έλλειψης επαφής μαζί τους είτε λόγω καθαρής εχθρότητας. Το να αφήσουν την αγκαλιά του ναού θα σήμαινε είτε την παραδοχή των λαθών τους στην οικογένεια και τους φίλους ή το να απομείνουν μόνοι χωρίς την υποστήριξη της ομάδας. Ακόμα, η αντίδραση της ομάδας καθώς και τα αντίποινα για άλλους που έχοντας φύγει τους είχαν θεωρήσει ως προδότες και εχθρούς, έκανε την αποχώρηση ακόμα πιο δύσκολη. Το να πάρουν την απόφαση να μπουν σε μια κατάσταση όπου οι σύντροφοί τους θα τους περιφρονούσαν ήταν ιδιαίτερα εκφοβιστική, ιδιαίτερα όταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ναός των Ανθρώπων θεωρούνταν από τους ίδιους ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο μέσα σε έναν κακό και δαιμονικό κόσμο. Το τελευταίο σύνορο για την απόφαση απελευθέρωσης ήταν οικονομικής φύσεως. Κάθε άτομο είχε παραδώσει όλα τα υπάρχοντά του και το εισόδημά του στο Ναό των Ανθρώπων. Το να φύγει, σήμαινε το να εγκαταλείψει όλα όσα είχε, καθιστώντας τον εαυτό του άφραγκο και άστεγο. Το να παραμείνει ήταν κάτι που εύκολα μπορούσε να δικαιολογηθεί και οι συνέπειες μπορούσαν πιο εύκολα να γίνουν αποδεκτές από ότι οι δυσκολίες που θα συναντούσε στον έξω κόσμο.

Η απομόνωση των ατόμων από κάθε εξωτερική δύναμη σήμαινε πως ακόμα και όταν διαφωνούσαν με τις διδασκαλίες ή τις δράσεις της ομάδας, οι διαφωνίες αυτές δεν μπορούσαν πουθενά να επιβεβαιωθούν. Χωρίς υποστήριξη και συμφωνία από άλλη πηγή, το άτομο σύντομα θα κατέστειλε τις επιφυλάξεις του. Αυτή η διαδικασία είχε γίνει διπλά αποτελεσματική, καθώς κάθε άτομο έπρεπε να αναφέρει οποιεσδήποτε εκφράσεις διαφωνίας ή δυσαρέσκειας στον Jones. Τα παιδιά ανέφεραν τους γονείς τους, οι σύζυγοι τις συζύγους τους και οι γονείς τα ίδια τους τα παιδιά. Δεν ήταν ασφαλές να εμπιστευτείς σε κανέναν τα αρνητικά σου αισθήματα, γιατί με κάτι τέτοιο θα ρίσκαρες έναν δημόσιο εξευτελισμό και σοβαρές τιμωρίες που είχαν οριστεί για τέτοια 'αδικήματα'.

Στη Jonestown αυτή η απομόνωση ήταν ακόμα πιο ακραία. Η κοινότητα βρισκόταν στη μέση μιας ζούγκλας με οπλισμένους φρουρούς στους λίγους δρόμους που οδηγούσαν έξω στον πολιτισμό. Ακόμα και εάν κάποιος πετύχαινε να αφήσει το συγκρότημα, δεν είχε διαβατήριο, χαρτιά ή χρήματα για να μπορέσει να ξεφύγει. Όταν ο Ryan και η αποστολή του έφτασαν στην Jonestown, κάθε ένας που ήθελε να φύγει, είχε τη δυνατότητα να το κάνει χωρίς τις συνηθισμένες απειλές για την ασφάλειά του, ωστόσο μόνο δεκαπέντε επέλεξαν να το κάνουν. Αυτό είναι μια ισχυρή ένδειξη της αποτελεσματικότητας που είχε η κατήχηση του Jones.

Τέλος Α μέρους

Η συνέχεια στην κεντρική σελίδα ή αλλιώς πατήστε ΕΔΩ για συντομία!  
Ψηφοφορία
Σε τι θέματα θέλετε να ανανεώσουμε το site μας?
Total of answers: 340
Login form
Επισκεψιμότητα
Total online: 1
Επισκέπτες: 1
Μέλη: 0
Site Translator
 
Visitors Location
Γίνετε μέλος μας!


Τα βιβλία μας!
Για τους λάτρεις του τρόμου.




Σε συνεργασία με:




Το Ράδιο μας!